Χρόνος και Πράξη
Ή
Επιλεκτική Μνήμη

 

Όταν φτάνεις να μετράς το χρόνο ανάστροφα, από το τέλος προς την αρχή, μπορείς να πεις με σιγουριά πως έχεις πια γνωρίσει τις αλήθειες σου. Τις αλήθειες σου, που είναι ουσιαστικά μία: ο Χρόνος και η Πράξη. Ο Χρόνος - που δεν έχει πια τον τρόπο να συνδεθεί με την πράξη, ο Χρόνος που δεν μπορεί πια να λέει «θα», ο Χρόνος που δεν έχει πια δικαίωμα  στο χρόνο που ονομάζεται μέλλων, γνωρίζει αποκλειστικά τους χρόνους των τετελεσμένων.  Η ζωή που γίνεται Μνήμη. Η Μνήμη που απαιτεί την κρίση. Η ευλογία της κρίσης, που δεν τη θολώνει η αμφιβολία. Και κάπου, αναπάντεχα, η αιφνίδια θολούρα της κρίσης που τη χτυπά καθυστερημένη αμφιβολία.

Δεν ξέρω ψυχολογία, αυτός ο κλάδος της γνώσης δεν με τράβηξε ποτέ, δεν ξέρω αν πραγματικά ανήκει στην επιστήμη και πώς. Το μόνο που έμαθα καλά  είναι η χωρίς τέρμα πολλαπλότητα αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινη ψυχή. Γνώση  που κανένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να διδάξει, γνώσεις τόσο πιο πλούσιες όσο πιο σκληρή είναι η ζωή, πιο σκληροί οι αγώνες, πιο αδηφάγες οι εμπειρίες που τις διδάσκουν. Στο τέλος, ο απολογισμός. Η ώρα που η ζωή γίνεται Μνήμη ή,  πιο σωστά, γίνεται Μνήμες. Προνοητική η Μνημοσύνη μοιράζει στα παιδιά της τη δύναμη να κρατάνε ό,τι ήταν άλλοτε ζωή για να μη χαθεί η ζωή από τη γη, αλλά και ακριβοδίκαιη όπως όλοι οι θεοί και οι θεότητες του Ολύμπου, η Μνημοσύνη μοιράζει στα παιδιά της τη δύναμη να κρατάνε ιεραρχημένα όσα εν ζωή αγάπησαν και τίμησαν. Πως  αλλιώς να εξηγήσει κανείς τις πολλές μνήμες που φέρνει μαζί του, στη ζωή κι ως το θάνατο, κάθε ζωντανός;

Μνήμες της μάνας, μνήμες του έρωτα, μνήμες της γέννας, μνήμες της απώλειας και του θανάτου, μνήμες της χαράς και του πόνου, κι ανάμεσά τους μνήμες του «άλλου»  ή μνήμες του «πολιτικού βίου», αυτές που σ’εμάς τουλάχιστον, στις δικές μου γενιές, όρισαν σε υπερθετικό βαθμό τη ζωή και το θάνατό μας, την επιλογή της ποιότητας της ζωής και του θανάτου – ατόμων ή και λαών.

Σ’αυτήν την επιλογή σταματάει συχνά η μνήμη μου. Στη μνήμη αποφάσεων και πράξεων,  γι’αυτό και  «μνήμη επιλεκτική» τη λέω. Ιδιομορφία της: η ταχύτητα. Αυτή η μνήμη καταγράφει μόνο εκείνες τις πράξεις που δεν είναι αποτέλεσμα μελέτης, δισταγμών και επιλογών. Σ’αυτήν έχουν θέση μόνο εκείνες οι πράξεις, οι μοναχικές, που συντελούνται «ταυτόχρονα» με τις αιτίες που τις προκάλεσαν. Πράξεις μοναχικές, που δεν χωράνε σε καμιά  πρόχειρη  ερμηνεία. Κι ούτε ποτέ με απασχόλησαν. Ποτέ ως τώρα. Ως τώρα που ήρθε να με βρει η Επιλεκτική Μνήμη μου.

Μνήμη  Επιλεκτική. Έτος 1945, 25 Μαρτίου, Πλατεία Συντάγματος Πρώτη εκδήλωση του ΚΚΕ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (με την οποία συμφωνία αποφεύχθηκε, υποτίθεται, ο εμφύλιος.)  Κύριο σύνθημα της συγκέντρωσης η ΄Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα- σύνθημα ικανό να συγκεντρώσει ευκολότερα κάποιους φοβισμένους.  Μαύρη τρομοκρατία. Δυο σειρές οπλισμένοι εθνοφύλακες σε όλο το μήκος της πλατείας και στα σκαλοπάτια, ως πάνω στη λεωφόρο. Στην πλατεία λιγοστοί γνωστοί «οργανωμένοι» δικοί μας, σκόρπιοι, σε απόσταση ασφαλείας από τους μπάτσους και τους εθνοφύλακες. Εικόνα θλιβερή, σ’εκείνη την πλατεία που άλλα είχε γνωρίσει.

Ξαφνικά, κάποιο φως. Τρέχω. Στην άκρη της πλατείας, προς την Μητροπόλεως, ένας μπάτσος έχει συλλάβει μια κοπέλα, τη χτυπάει, και μερικοί τροχιοδρομικοί παρακολουθούν από κοντά. Σπουδαία! Η σκηνή ήταν έτοιμη και…με περίμενε. Οι τροχιοδρομικοί ήταν γενικά γνωστοί για τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση, αν έκανα την αρχή κι αν με ακολουθούσαν θα αλλάζαμε το κλίμα, σκέφτηκα. Και η κοπέλα που χτυπούσε ο μπάτσος ήταν γνωστή αντιστασιακή, η Ασπασία, η μόνη γυναίκα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα με βαθμό, στολή και οπλισμό ελασίτη ακριβώς επειδή ήθελε να ξεχωρίζει, να είναι μοναδική,  επομένως δεν θα άφηνε να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία να ξεχωρίσει. Βεβαίως τώρα  η στολή και το όπλο είχαν εξαφανιστεί, αλλά η Αντίσταση έπρεπε να μείνει ζωντανή.  Πάω λοιπόν ίσια πάνω στον μπάτσο και του λέω «Γιατί χτυπάς το κορίτσι;» Αυτό ήτανε.

Ο μπάτσος γουρλώνει τα μάτια, αφήνει στο πλάι την Ασπασία, με πιάνει απ’τα μαλλιά, με στριφογυρνάει και με ρίχνει χάμω, εγώ πιάνομαι από τη ζώνη του και κάπως καταφέρνω να σηκωθώ στα πόδια μου και μέσα σ’όλη την ταραχή βλέπω την Ασπασία να γλιστράει και να γίνεται άφαντη και τους τροχιοδρομικούς-εκπροσώπους της εργατικής τάξης να εξαφανίζονται με την ίδια μαεστρία. Ο μπάτσος αρκέσθηκε να με κρατάει σφιχτά από τα μαλλιά και να με περνάει από τη διπλή σειρά των εθνοφρουρών που ξεθύμαιναν όλο τους το μένος δοκιμάζοντας στο πετσί μου τη  δύναμη  των ολοκαίνουργων κλομπ με τα οποία   τους  είχαν εφοδιάσει οι άγγλοι σύμμαχοι. Πέρασα μια αλησμόνητη μέρα στην Αστυνομική Διεύθυνση ως το απόγεμα με απελευθέρωσαν οι δικηγόροι μας, έμεινα μέρες τυλιγμένη σε ζεστά σεντόνια όσο να φύγει το πρήξιμο, ένα μήνα απόλαυσα τις τιμές τις οφειλόμενες σε κάθε αντιστεκόμενο, και σε λίγο αυτή η μικρή περιπέτεια σκεπάστηκε από άλλες, διαρκώς μεγαλύτερες..

Σκεπάστηκε, αλλά δεν έσβησε. Κι αν τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, τη θυμάμαι, είναι γιατί εκείνη η μικρή και ουσιαστικά ασήμαντη ιστορία είχε ένα «έπειτα». Το έπειτα είναι πάντα το σημαντικό, αυτό που μένει από το γεγονός, το πώς καθένας ζει το έπειτα. Λοιπόν, πρέπει να πω πως εκείνο το μάλλον ασήμαντο γεγονός το θυμάμαι πάντα με ένα περίεργο αίσθημα: με τρυφερότητα. Κάπως παράξενο, μα αληθινό. Βλέπω πάντα με τρυφερότητα εκείνο το κοριτσόπουλο που, σε μια δύσκολη στιγμή,  δεν προτίμησε να το βάλει στα πόδια, έκανε ό,τι η ψυχή  του υπαγόρευε, κι αυτό έχει μια αξία που ως τώρα τη χαίρομαι.

Ως τώρα τη χαίρομαι; Αυτό είναι σίγουρο, είναι δικό μου, μου ανήκει. Αλλά κάπου μένει λειψό. Ποτέ δεν έμαθα πώς το έζησε η άλλη. Εκείνη που επωφελήθηκε και έφυγε. ΄Όχι, δεν περίμενα ούτε ήθελα κάποιο «ευχαριστώ». Αυτό θα κατέστρεφε τα πάντα. Αλλά κάτι, ένα μικρό σημάδι που να μου δείχνει πώς έζησε εκείνη, η άλλη, μια στιγμή τόσο αποφασιστική. Πώς αισθάνεται εκείνος που επωφελείται από την απόφαση του άλλου, τι αισθάνεται όποιος φεύγει  αφήνοντας  σε άλλον τη θέση του την κρίσιμη ώρα. ΄Ισως όμως και να μου το είπε με δικό της τρόπο και να μην το κατάλαβα. Στον υπόλοιπο βίο της αφιερώθηκε στο αρχαίο δράμα, όπου και διέπρεψε. Στο ρόλο της Αντιγόνης...

Μάρτης 2005

Έλλη Παππά