«Παιδική βιβλιοθήκη της φυλακής»
Του Δημήτρη ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ  (όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 10/12/2006)

        Μπορεί να πει κανείς ότι εσκεμμένα μεγεθύνουμε πράγματα απλά, πράγματα που από μόνα τους μπορεί και να μην έχουν καμία ιδιαίτερη αξία. Μιλώντας για παραμύθια. Αλλά δεν είναι έτσι.
        Ξεφυλλίζοντας αυτά τα μικρά βιβλιαράκια, φτιαγμένα για ένα μικρό παιδί από μια μεγάλη μητέρα, μου ήρθαν στο μυαλό δύο εικόνες, μακρινές ίσως μεταξύ τους, αλλά κοντινές χρονικά. Η πρώτη είναι μια εκ πρώτης όψεως περίεργη φράση του Οδυσσέα Ελύτη για τον Matisse: "Ο Matisse στα χρόνια του ’ουσβιτς έφτιαξε τα πιο ωραία λουλούδια". Η δεύτερη είναι εκείνη που έχει μείνει στη γλώσσας μας ως "Η Δίκη των τόνων", ενώ θα έπρεπε να έχει διαιωνιστεί ως "το ’γος της ελληνικής διανόησης". Επιγραμματικά, γιατί όλοι γνωρίζετε για τι πράγμα μιλώ: τον χειμώνα του 1941, και ενώ έξω στους δρόμους η Αθήνα πεθαίνει από πείνα και τυμπανισμό, η Σύγκλητος του Αθήνησι Πανεπιστημίου δικάζει τον Ιωάννη Κακριδή, για τις απόψεις που είχε εκφράσει για τη γλώσσα και για τη σχέση μας με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Επαναλαμβάνω: Ενώ έξω πεθαίνει η πραγματικότητα.
        Τα λουλούδια του Matisse και οι τόνοι του Κακριδή είναι η μάχη της αξιοπρέπειας.
        Μπορεί να είναι και από την επαγγελματική διαστροφή του ιστορικού, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τα πράγματα έξω από το περιβάλλον που τα δημιούργησε. Υπ' αυτή την έννοια, οι ανθρώπινες πράξεις -και οι πιο μικρές, και οι πιο καθημερινές- παίρνουν μια συμβολική σημασία που τις υψώνει και τις μεταμορφώνει. Έτσι, τα ωραία λουλούδια του Matisse, η επιμονή του Κακριδή, οι Πέτρες του Γιάννη Ρίτσου, τα παραμύθια της Έλλης
Παππά, μαρτυρούν μια ανθρωποποιητική διαδικασία, που εμείς καλούμαστε διαρκώς να την αναπλάθουμε, να την αναζωογονούμε, να την διαιωνίζουμε. Γιατί; Γιατί η ανθρώπινη ζωή είναι πράγματι ο αγώνας ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα. Γιατί η βαρβαρότητα υπήρξε και υπάρχει. Και γιατί, όπως απέδειξαν οι πιο εκπρεπείς στοχαστές, από τον Σωκράτη μέχρι τον λησμονημένο σήμερα Βίλχελμ Ράιχ, η βαρβαρότητα ελλοχεύει ακριβώς μέσα μας και ζητάει πάντα τα αδηφάγα δικαιώματά της.
        Υποθέτω ότι μπορώ να φανταστώ τη μελλοθάνατη κυρία Έλλη Παππά
, να κάθεται εδώ και πενήντα χρόνια βυθισμένη στην τερατώδη σιωπή του εγγύς θανάτου και να πασχίζει να ανοίξει μικρά παράθυρα στον τοίχο του κελιού της. Παράθυρα για να μιλήσει με το παιδί της. Λέω ότι υποθέτω ότι μπορώ να φανταστώ, αλλά αυτό δεν είναι και πολύ αλήθεια. Πόσοι από μας εδώ μπορούν να φανταστούν, να συναισθανθούν το βάρος αυτής της εικόνας;
        Τι κάνει λοιπόν η κυρία
Έλλη Παππά; Φτιάχνει, με το μόνο πράγμα που έδωσε η φύση στον άνθρωπο, με τα χέρια της, εκείνα τα ωραία λουλούδια που η έξω βαρβαρότητα της απαγορεύει. Φτιάχνει με τα χέρια της, χειροτεχνεί την αγάπη της μάνας για το παιδί της. Υπάρχουν φορές που οι μεγάλες λέξεις πρέπει να λέγονται, πρέπει να μην τις φοβόμαστε. Η κυρία Έλλη Παππά αντιστέκεται στη βαρβαρότητα. Το έκανε -το γνωρίζουμε- με χίλιους τρόπους. Το έκανε και με αυτά τα μικρά βιβλιαράκια.
        Η γενιά της κυρίας Έλλης
Παππά, αλλά όχι όλη βέβαια, μας υπενθύμισε ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι η αντίσταση. Θυμηθείτε τη φράση του Αλπέρ Καμύ στα "Γράμματα σ' έναν Γερμανό φίλο": "Πριν από τον πόλεμο συμφωνούσαμε ότι η ιστορία δεν έχει κανένα νόημα. Εσείς αποφασίστε να της προσδώσετε ένα: τη βία. Εμείς όμως την αλληλεγγύη". Η κυρία Έλλη Παππά, ο σύντροφός της, ο Νίκος Μπελογιάννης, κι όλος αυτός ο κόσμος που αποφάσισε με την ιδεολογία, με την πράξη, με τον στοχασμό να φράξει το δρόμο στη βαρβαρότητα που θεμέλιωνε ένας παγκόσμιος μακαρθισμός, αυτός ο κόσμος είναι κάτι που υπήρξε. Είναι η απόδειξη ότι η αντίσταση είναι πάντα μια δυνατότητα. Και κυρίως η αντίσταση για τα αυτονόητα: για το ψωμί, για την αξιοπρέπεια, για το παιδί, για τη δυνατότητα αυτής της φλούδας γης να υπάρξει και αύριο.
        Ένα παλιό τραγούδι έλεγε:
        "Για μένα το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
        είν' ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίσει,
        είν' ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε".
        Το ότι σήμερα κανείς δεν θυμάται ποιος έγραψε αυτούς τους στίχους, έχει μονάχα να κάνει με το διαρκές παιχνίδι μεταξύ μνήμης και αφασίας μέσα στην ιστορία. Αλλά αυτοί οι στίχοι υπήρξαν, όπως υπήρξαν και οι πέτρινες στιγμές που υπαγόρευσαν στην κυρία
Έλλη Παππά αυτά τα χειροποίητα παραμύθια, αυτές τις ανθρώπινες κραυγές που αναζητούσαν τον μικρό τους αποδέκτη: το μέλλον, στη μορφή ενός μικρού παιδιού. Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός