«Παιδική βιβλιοθήκη της φυλακής»
Της Άλκης ΖΕΗ (όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 10/12/2006)

        Σας παρουσιάζω σήμερα μια ξεχωριστή σειρά παιδικών βιβλίων. Εκδοτικός οίκος "Φυλακές Αβέρωφ". Εμπνεύστρια των εκδόσεων η κυρία Έλλη Παππά, που είναι συγχρόνως συγγραφέας, εικονογράφος, ακόμα τυπογράφος και βιβλιοδέτης. Τα βιβλία έχουν γραφτεί στη δεκαετία του πενήντα, κι αν σκεφτούμε πως τότε οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι στην Ελλάδα, και για παιδικές βιβλιοθήκες ούτε είχαμε ακούσει -η πρώτη παιδική βιβλιοθήκη ιδρύθηκε μόλις το 1974 κι αυτή από μια ξένη φίλη της Ελλάδας, την κυρία Σλουμπερζέ- είναι ν' απορεί κανείς πώς η κυρία Παππά συνέλαβε την ιδέα μιας μικρής βιβλιοθήκης, με μεγάλη ποικιλία θεμάτων, που όχι μόνο να ευχαριστούν το παιδί και να το τραβήξουν, αλλά να του μεταδώσουν και γνώσεις. Σ' αυτή την περίπτωση θα ταίριαζε απόλυτα το "Τέρπειν άμα και διδάσκειν" της "Διάπλασης των Παίδων". Η μόνη εξήγηση είναι πως η κυρία Παππά, κοσμογυρισμένη καθώς ήταν μεταξύ Ασφάλειας, φυλακών Καλλιθέας, Κάστορος και Αβέρωφ, μπόρεσε να αντιληφθεί πως η χώρα μας ήταν τελευταία, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σχεδόν παγκοσμίως μαζί με τις τριτοκοσμικές χώρες, σε ό,τι αφορά τις παιδικές βιβλιοθήκες. Έτσι αποφάσισε να ιδρύσει αυτή τη μικρή βιβλιοθήκη για παιδιά, που είναι ένα μικρό διαμάντι.
        Αρχίζω από τα βιβλία με τα παραμύθια, γραμμένα σε μια γλώσσα απλή μα πολύ πλούσια. Ποιο παιδί μπορεί να μην αγαπήσει τον Μπόκο τον ελέφαντα και τον μικρό του φίλο τον Γιάμο, που ο ένας βοηθάει τον άλλο και τα βγάζουν πέρα στη ζωή. Δεν νομίζω πως στην εικονογράφο από ατεχνία τής ξέφυγε, κι όταν ο Μπόκο είναι μέσα από τα κάγκελα της φυλακής -αυτά τα ζωγραφίζει με απόλυτη ακρίβεια- είναι σχεδόν ίδιος στο μπόι με τον μικρό Γιάμο. Ίσως άθελά της ήθελε να δείξει πως ο μικρός παίρνει δύναμη και μεγαλώνει για να σώσει το φίλο του. Στο ξιππασμένο αλογάκι πάλι, το παιδί μαθαίνει με χιούμορ και διασκεδάζοντας, τι θα πει να είσαι ξιπασμένος, και μου θύμισε την καταπληκτική ιστορία του Άντερσεν γύρω σ' αυτό το θέμα που λέει: Ήτανε μια σακοράφα τόσο ξιπασμένη, που πίστευε πως είναι βελόνα του κεντήματος. Μόνο το ξιππασμένο αλογάκι γράφεται με δύο πι.
        Στην ιστορία πάλι της μεγάλης οικογένειας Λιοντάρακη, που παρουσιάζεται το δάσος μέσα σ' όλες του τις ομορφιές κι είναι η Λιονταρίνα που παίρνει τις πρωτοβουλίες για να τους σώσει από το κακό που τους βρήκε, για να μην ξεχνάμε και την αξία της γυναίκας.
        Ένας ύμνος στον ήλιο είναι το παραμύθι της Ηλιόχωρας.
        Από το παράθυρο της φαντασίας της έβλεπε η κυρία
Παππά όλη την Ελλάδα. Μικρές ζωγραφιές, γεμάτες αγάπη και λόγια ζεστά για κάθε τοποθεσία της Ελλάδας, γιατί θέλει πολύ το μικρό παιδί ν' αγαπήσει αυτή τη χώρα που εκείνη μόνο με τα μάτια της ψυχής μπορεί να δει, μα πόσο τη νοσταλγεί. "Οι άνθρωποι στείλανε θεούς να κατοικήσουν στις κορφές σου. Κι εσύ ελληνικό βουνό τον άνθρωπο έκανες θεό". Σ' αυτές μόνο τις φράσεις βγαίνει όλη η αγάπη και για το βουνό και για τον άνθρωπο.
        Να μη ξέρει το παιδί και να λείπει από τη βιβλιοθήκη του ένα βιβλίο με τις εθνικές φορεσιές σ' όλη την Ελλάδα: Εκεί η εικονογράφος δεν αφήνει να της ξεφύγει καμία λεπτομέρεια, από το κουμπί μέχρι το φλουρί.
        Και τι ξεφάντωμα με χαρούμενα τραγούδια γίνεται στο κουκλοθέατρο, που το παιδί μπορεί να το πάρει έτσι όπως είναι και να το παίξει μόνο του.
        Ποιος ξέρει τι ωραία θέα θα είχε από το παράθυρό της η κυρία
Παππά, για να ζωγραφίζει και να μιλάει με χαρούμενα χρώματα και λέξεις ζεστές, για τη γη που ξαναγεννιέται για την άνοιξη.
        Με μια θαυμάσια μετάφραση σε στίχο, δική της βέβαια, παρουσιάζει δύο μύθους του Λαφονταίν. Από τις πιο κοντινές μεταφράσεις στο πρωτότυπο που έχω διαβάσει, για να μην πω ίδιες με το πρωτότυπο, κυρίως σε ρυθμό.
        Φτιάχνει και μια μικρή βιβλιοθήκη με τα ίδια της τα χέρια, για να τοποθετηθούν τα βιβλία. Μπορεί να είναι περήφανη πως δημιούργησε την πρώτη παιδική βιβλιοθήκη στην Ελλάδα.
        Ξεφυλλίζοντας για μια ακόμα φορά αυτά τα βιβλιαράκια, είδα σε όλα μια αφιέρωση "στον γιόκα μου". Ας αφήσω τ' αστεία τώρα.
        Αυτόν τον γιόκα τον γνώρισα πριν κλείσει τα δύο του χρόνια, όταν η θεία του και θεία μου, η Διδώ Σωτηρίου, τον έπαιρνε από τις φυλακές Αβέρωφ για να τον πάει βόλτα. Τον θυμάμαι μικροκαμωμένο, με ολόμαυρα μάτια που κοίταζαν όλο περιέργεια, και τυλιγμένο μ' ένα πλεχτό κίτρινο κασκόλ, καμιά δεκαριά φορές γύρω στο λαιμό. Φοβότανε η Διδώ μην της κρυώσει και τον διπλοτύλιγε.
        Την πειράζαμε που δεν ήξερε από παιδιά, "Θα σου κρυώσει έτσι τυλιγμένο", της λέγαμε, και της κρύωνε.
        Γι' αυτόν τον γιόκα, όταν έκλεισε τα έξι, άρχισε η Έλλη
να γράφει τα βιβλιαράκια που σήμερα γίνονται πολύτιμα για όλα τα παιδιά. Ελλάκι γιατί μας τά 'κρυβες τόσα χρόνια; Πίστευες πως με την πατίνα του χρόνου θα πάρουν πιο πολύ αξία; Δεν το πιστεύω. Δεν είχες δώσει σημασία στην αξία τους, όπως και σε τόσα άλλα που έκανες, κι ας είναι καλά το Ε.Λ.Ι.Α. που τα φανέρωσε.
        Διαβάζοντάς τα, με γύρισαν χρόνια πίσω. Τα χειρότερα χρόνια, κι απ' τον πόλεμο και την κατοχή και τον Δεκέμβρη. Τα χρόνια του εμφύλιου. Τότε που σε κρύβαμε σπίτι μας στο δωμάτιο υπηρεσίας κι αργότερα στης θείας μας της Μαρίας μέσα στη ντουλάπα. Μα συ κακό κορίτσι δεν καθόσουνα στην κρυψώνα σου ώσπου να περάσει η μπόρα, αλλά έβγαινες γιατί πίστευες πως κάτι έπρεπε να κάνεις για να 'χουμε όλοι κάποτε μια καλύτερη ζωή. Δεν ξεχνώ κείνη τη χειμωνιάτικη μέρα, παραμονές Χριστουγέννων, που τηλεφώνησε η Διδώ. Δεν είχαμε τηλέφωνο στο σπίτι και μας τηλεφωνούσαν στο απέναντι γαλακτοπωλείο. Έστελνε ο γαλατάς το παιδί του μαγαζιού που χτυπούσε από κάτω τρεις φορές το κουδούνι και τρέχαμε, έτσι έτρεξα και κείνο το πρωί. Ήτανε η Διδώ. Η φωνή της ακουγότανε σπαραχτική. Η μικρή είναι πολύ άρρωστη. Κατάλαβα, σε είχανε πιάσει. Κι άρχισε ο εφιάλτης.
        Σε βλέπω αργότερα καθισμένη ανάμεσα στις άλλες κρατούμενες, κι αντί τα επιδέξια όπως αποδείχτηκε χέρια σου να φτιάχνουν παιχνίδια για τον γιόκα, πίστεψες πως το βιβλίο είναι το πιο σπουδαίο που μπορεί νά 'χει στα χέρια του ένα παιδί, τότε το μακρινό '57 που κανείς δεν το πίστευε.
        Τώρα απλά, σα να μην έκανες τίποτα σπουδαίο, έρχεσαι και μας λες πώς έφτιαξες αυτά τα βιβλιαράκια, και τη βιβλιοθήκη τους που σκληραίνεις το καρτόνι με μπόλικη κόλα, κι αυτό ήτανε όλο.
        Και, τέλος, αναφέρομαι σε μια φράση σου απλή, κι αυτή όταν έπρεπε το παιδί να φύγει από κοντά σου. "Σαν έρχεται η ώρα, αντέχεις. Τι άλλο μπορείς να κάνεις". Και συ τα άντεξες όλα, έτσι απλά.

Η Άλκη Ζέη είναι συγγραφέας